Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

ΚΡΑΣΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΌΠΟ ΣΟΥ...

ΠΩΣ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΚΚΑΣ ΕΓΙΝΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ (ΑΚΟΜΗ) ΟΙΝΟΠΟΙΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ…


Ο Γιώργος και το «Βουνονήσι» της «Ευρυτανικής Οινοποιίας», ένα κρασί με σταφύλια από τη Φτερόλακα του Κρέντη που στοχεύει να κερδίσει τις προτιμήσεις τόσο των Ευρυτάνων όσο και τω υπόλοιπων Ελλήνων και να κάνει την Ευρυτανία, ένα ιδιαίτερο οινοπαραγωγικό κέντρο.
Ο Κωνσταντίνος Μάκκας από τη Φτερόλακα Ευρυτανίας, αναζητώντας τα δύσκολα χρόνια του τόπου μας μια καλύτερη τύχη στη ζωή του, μετανάστευσε το 1969 οικογενειακώς στη μακρινή Αυστραλία όπου ο γιός του Γιώργος ακολούθησε το σχολείο αυτής της μεγάλης χώρας και χάρη των σπουδώ ν που έκανε κατόπιν πάνω στα ηλεκτρονικά, εργάστηκε στο Πολεμικό Ναυτικό αυτής της μεγάλης χώρας που έγινε η δεύτερη πατρίδα του.

Ο Γιώργος όμως ξέχασε όμως ποτέ την πρώτη του πατρίδα, τη φτωχή και ταλαιπωρημένη Ευρυτανία καθώς ο πατέρας του, ο οποίος εργάστηκε στον τομέα της επικοινωνίας των τρένων της Αυστραλίας, διατήρησε κάποιες συνήθειες από το χωριό του, ανάμεσα στις οποίες ήταν να φτιάχνει και το δικό του κρασί. Αγόραζε σταφύλια από την μεγάλη αγορά που ήταν κοντά στο σπίτι τους, μια μικρή μονοκατοικία με κήπο στο Σίδνει και ανέβαζε τον μικρό Γιώργο πάνω στο πατητήρι. Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή του με το κρασί. Δεν έφτανε όμως μόνο αυτό να μυήσει τον Γιώργο στον κόσμο του κρασιού. Ένας μπάρμπας του, ο Κώστας Γούλας είχε εκεί κοντά στο σπίτι τους μια κάβα και ο Γιώργος πήγαινε και τον βοηθούσε όταν είχε χρόνο και αυτός τον έβαζε να δοκιμάζει τα κρασιά που έφερναν οι παραγωγοί. Εκεί διαπίστωσε και τη διαφορά που είχαν τα αυστραλέζικα κρασιά από εκείνο που έκανε ο πατέρας του το οποίο συνήθως κατέληγε να γίνει ξύδι…
Ο Γιώργος δούλευε στο Ναυτικό αλλά στις διακοπές τον έπαιρνε ο μπάμπας του στην κάβα να τον βοηθάει, ιδιαίτερα δε στην περίοδο των Χριστουγέννων που η κατανάλωση σε κρασιά ήταν πολλή μεγάλη και έτσι ήρθε και σε επαφή με το κοινό που συνήθιζε σε αυτή την περίοδο να προμηθεύεται μεγάλες ποσότητες. Αυτό του έμεινε και μετά από χρόνια που έκανε μια αναθεώρηση στο τι θα ήθελε να κάνει στη ζωή του, του δόθηκε μια ευκαιρία και έγινε συνέταιρος σε ένα μικρό (200 στρέματα) για τα μέτρα της Αυστραλίας αμπέλι. Αυτό όμως του έδωσε το δικαίωμα προτεραιότητας να γραφτεί στο πανεπιστήμιο και να σπουδάσει οινολογία, εκμεταλλευόμενος διάφορες ευκολίες που προσφέρει το Δημόσιο στους εργαζόμενους. 

Έτσι χωρίς να παρατήσει τη δουλειά του σπούδασε οινολογία, μια επιστήμη περιζήτητη στην Αυστραλία που  διαθέτει 4.000 οινοποιεία (σημειώνουμε ότι στην Ελλάδα λειτουργούν μόνο 350). Στη σχολή δίδασκαν τα πάντα γύρω από την χημεία του κρασιού και ιδιαίτερα στη γευσιγνωσία του γιατί οι Αυστραλοί δίνουν τεράστια σημασία σε αυτό τον τομέα. Τους έβαζαν μας είπε σε μια αίθουσα και τους έδιναν να δοκιμάσουν 60 είδη, να γράψουν κάτι για αυτό που δοκίμασαν, να ψάξουν μέσα στο κρασί για τη γεύση του, να το καταλάβουν από πού ήρθε, πως έγινε, τι λάθη έχει, τι προβλήματα αντιμετωπίζει και πως αυτά μπορούν να λυθούν. Σιγά - σιγά έγινε οινολόγος και άρχισε να δουλεύει σε οινοποιεία με τη σειρά βέβαια που του έδινε η εμπειρία η οποία για την Αυστραλία είναι σημαντική.
«Η Αυστραλία» μας λέει ο Γιώργος «είναι από τις μεγαλύτερες οινοπαραγωγικές χώρες του κόσμου, με υψηλή κατανάλωση και μεγάλες εξαγωγές στις ΗΠΑ και την Αγγλία. Φτάνουν και ελληνικά κρασιά στην Αυστραλία λέει, αλλά η ποιότητά τους δεν αντέχει μπροστά στα αυστραλέζικα που θεωρούνται από τα καλύτερα στον κόσμο. Το πλεονέκτημά  τους είναι η σταθερή ποιότητα και αυτό έχει να κάνει με τον τύπο παραγωγής αλλά και την προσοχή που δίνει ο οινοποιός και όλο το κύκλωμα παραγωγής κρασιού. Εκεί τα οινοποιεία κάνουν συμβόλαια αλλά βάζουν κάποιο οινολόγο να τα προσέχει συνέχεια και αυτός είναι που θα πει πότε θα γίνει ο τρύγος και όχι ο καλλιεργητής όπως γίνεται στην Ελλάδα».

Με την εμπειρία που απόκτησε στα αυστραλέζικα οινοποιεία ο Γιώργος, παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στην Ελλάδα και ασχοληθεί με την παραγωγή κρασιού. Η Ελλάδα βεβαίως και δεν του ήταν άγνωστη, καθώς έρχονταν πολύ συχνά και έμεινε τα καλοκαίρια στη Φτερόλακα κοντά στην γιαγιά του και ήξερε κάπως τον τόπο και τις δυνατότητές του, αλλά δεν γνώριζε το πώς δουλεύουν οι ελληνικές οινοποιίες. Έτσι μετά από δυο χρόνια εργασίας στην οινοποιία Μπουτάρη, εγκαταλείπει την ιδέα να συνεχίσει να εργάζδεται μέσα σε ένα ασυνήθιστο γι’ αυτόν κλίμα παραγωγής που κυριαρχούν όχι η σωστή παραγωγή κρασίου αλλά ένα σωρό άλλα πράγματα και «πολιτικές» και αποφασίζει να φτιάξει μια δική του οινοποιία την οποία και ονόμασε λόγω της πατρίδας του «Ευρυτανική Οινοποιία».

Η βασική του σκέψη ήταν ότι εφ’ όσον τα οργανωμένα αμπέλια ευδοκιμούσαν σε μια ορεινή πόλη της Αυστραλίας που ζούσε, το Leichardt, θα ευδοκιμούσαν και στην Ευρυτανία. Έτσι ήρθε στη γενέτειρα, στη Φτερόλακα που θεωρεί ότι διαθέτει πολύ καλές συνθήκες για την αμπελουργία. Ο Γιώργος πιστεύει πως η λίμνη Κρεμαστών δεν έχει κάνει κακό στην περιοχή, που λένε οι πολλοί. «Αντιθέτως», λέει, «η λίμνη έχει κάνει πολύ καλο στην περιοχή γιατί έχει αλλάξει το κλίμα από ηπειρωτικό σε μεσογειακό, πράγμα που αποτρέπει τους δρυμείς χειμώνες και τις καταστροφικές συνέπειες των πυκνών χιονοπτώσεων».
 

Το αμπέλι του Γιώργου στη Φτερόλακκα. Μικρό αλλά ικανό να αποτελέσει τη μαγιά και την πρόκληση για την ανάπτυξη της αμπελουργιας στην περιοχή.
Ο Γιώργος φύτεψε σε ένα μικρό κτήμα που έχει εκεί πέντε ποικιλίες: ασύρτικο και αθήρι από τις ελληνικές και σαντονέ, σοβινιόν και σιράχ λευκό γιατί, «ήθελα να κάνω συνδυασμούς με τα λευκά, το ασύρτικο με το σαντονέ και το αθήρι με το σοβινιόν γιατί πιστεύω πως αυτές οι ποικιλίες ταιριάζουν. Το ασύρτικο λέει το γνώρισα στη Σαντορίνη, το θεωρώ και το θεωρώ μαζί με το αθήρι  και το αηδάνι εξαιρετικά σταφύλια. Έχουμε καλές ερυθρές ποικιλίες αλλά νομίζω πως καλύτερες είναι οι λευκές. Έχουμε και άλλες, μοσχοφίλερο, ροδίτη, σαββατιανό. Όλα είναι καλά και έχουν τη θέση τους στην οινολογία».
Όταν σε είδαν οι χωριανοί σου να φτιάχνεις αμπέλι, τι είπαν τον ρωτάω. «Η μόνη ερώτηση», απαντά «ήταν αν ευδοκιμεί εδώ το αμπέλι. Η δική μου απάντηση είναι ότι τα κλήματα ευδοκιμούν παντού και εμείς πρέπει να το φροντίζουμε ανάλογα με τον τόπο. Να τα κλαδεύουμε σωστά, να τα μαζεύουμε όταν πρέπει. Η Ευρυτανία προσφέρεται πολύ για την αμπελουργία και αν φυτέψεις αμπέλι σε σωστό σημείο θα ευδοκιμήσει. Γύρω από τη λίμνη θέλουν μια προσοχή στο ράντισμα γιατί έχει μια υγρασία. Στη Φτερόλακα έχει υγρασία γιατί δεν έχει πρωϊνό ήλιο. Τα δικά μου τα έχω φυτέψει με τον γαλλικό παραδοσιακό τρόπο. Είμαι στον τρίτο χρόνο λέει, αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνουν πολλοί που παρακολουθούν τη δράση μου, είναι ότι για να ωριμάσει το αμπέλι και να καρπίσει θέλει τουλάχιστον έξι χρόνια και αποδίσει πλήρως μετά τον δέκατο χρόνο».

Γι’ αυτό και παίρνει σταφύλια από την Κόρινθο και από την άλλη Ελλάδα και φτιάχνει δυο ειδών κρασιά, λευκό και κόκκινο και το εμφιαλώνει με την ονομασία «Βουνονήσι» παραπέμποντας στην τοποθεσία που είναι τα αμπέλια του, δίπλα δηλαδή στη λίμνη και υπονοόντας σαφώς πως το αμπέλι του είναι σαν ένα νησί μέσα στα βουνά της Ευρυτανίας.

Ο Γιώργος Μάκκας στις εγκαταστάσεις του σύγχρονου οινοποιείου του, στο Καρπενήσι.
Το κρασί του Γιώργου που κυκλοφορεί και στην συσκευασία του ασκού, διατίθεται σε πολλά καταστήματα του Καρπενησίου καθώς και της υπόλοιπης Ευρυτανίας και στη Βοιωτία και σιγά - σιγά γίνεται αναγνωρίσιμο και το προτιμούν τόσο οι ντόπιοι, όσο και επισκέπτες. Σε αυτό βοηθάει και η υποχώρηση της δυσπιστίας των συμπατριωτών του οι οποίοι πίστευαν πως τα περισσότερα από τα εμφιαλωμένα κρασιά είναι προϊόντα χημείου και όχι φυσικά προϊόντα. Είναι μια προκατάληψη η οποία έχει τις ρίζες της στην κακή ποιότητα πολλών κρασιών, που κυκλοφόρησαν στην περιοχή, μια προκατάληψη όμως που υποχωρεί καθώς από στόμα σε στόμα κυριολεκτικά κυκλοφορεί η φήμη πως το κρασί του Γιώργου Μάκκα είναι καλό, πράγμα που οφείλεται στην εμπειρία και την προσοχή που δίνει ο πρώτος και μοναδικός μέχρι στιγμή επαγγελματίας οινοποιός της Ευρυτανίας ο οποίος επιθυμεί επίσης να γίνει και ένας μεγάλος αμπελουργός κάποια στιγμή που θα μπορέσει να αποκτήσει και να καλλιεργήσει περισσότερα αμπέλια στην περιοχή.

Ο Γιώργος όμως δεν στοχεύει μόνο στην κατάκτηση της αγοράς της Ευρυτανίας με το κρασί του αλλά και να συμβάλλει στην αλλαγή της νοοτροπίας όσον αφορά την γενικότερη προβολή των προιόντων της Ευρυτανίας και των παραγωγικών της δυνατοτήτων και φυσικά επιθυμεί να μην παραμείνει ο μόνος οινοποιός στον τόπο του αλλά να βρεθούν και άλλοι και να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Εκείνο όμως που έχει περισσότερο στο μυαλό του είναι η δημιουργία ενός οινοποιείου το οποίο εκτός από την διάθεση του τοπικού κρασιού θα είναι,όπως και στην Αυστραλία, ένα σημείο προβολής και των υπόλοιπων προϊόντων του τόπου, γεωργικών και κτηνοτροφικών γιατί όπως λέει χαρακτηριστικά «το κρασί είναι για το φαγητό και αυτό ο κόσμος το αγνοεί. Το κρασί δεν είναι μόνο για το κρασί και έχει γίνει για να τρώει ο άνθρωπος πιο πολύ και να τρώει καλά».

Ένας χώρος δε που πιστεύει πως μπορεί να λειτουργήσει με αυτό τον τρόπο είναι το παλιό σχολείο στο Καρακάσι, χώρο τον οποίο θεωρεί ιδανικό και γύρω από τον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν πάμπολλες δραστηριότητες αναψυχής, γευσιγνωσίας και προβολής των τοπικών προϊόντων με κέντρο το κρασί της περιοχής. Ο Γιώργος έχει την πρόταση, είναι και διατιθειμένος να εργαστεί όσο μπορεί, μένει μόνο να τον ακούσουν και οι άλλοι για να γίνει ένα τέτοιο κέντρο στο Καρακάσι και να αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή της περιοχής. Με όχημα, το κρασί της Ευρυτανίας το οποίο σε τίποτα δεν υστερεί από τα υπόλοιπα ελληνικά… 
Για όσους θέλουν να δοκιμασουν και να προμηθευτούν τα κρασιά της «Ευρυτανικής Οινοποιίας» μπορούν να απευθυνθούν στον ίδιο τον Γιώργο Μάκκα, τηλ. 6973710137 στο Καρπενήσι και να επισκεφτούν το οινοποιείο του στη ΔΑΒΙΕ, στην είσοδο του Καρπενησίου.   
 
- Το αφιέρωμα στον Γιώργο Μάκκα και την προσπάθειά του να κάνει την Ευρυτανία μια περιοχή με δική της παραγωγή κρασιού δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα "Ευρυτανικός Παλμός" την Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012.

 

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ

Η Ελένη Κοντογιάννη με τον ωραίο βασιλικό που ο σπόρος του κρατάει πάνω από ένα αιώνα ο ίδιος.
Η Ελένη Κοντογιάννη ζει με τον άντρα της Βασίλη στο χωριό Καστανιά (Προυσσού) στην Ευρυτανία, ένα χωριό κρεμασμένο θαρρείς πάνω από τον δύσκολο ποταμό Κρικελοπόταμο και αριθμεί καμιά πενηνταριά μόνιμους κατοίκους, ηλικιωμένους ως επί το πλείστον που κατά κάποιο τρόπο ζουν ακόμη στον απόηχο της παραδοσιακής ζωής των ορεινών Ελλήνων.

Το ζεύγος Κοντογιάννη που οι ρίζες τους κρατάνε από το διπλανό χωριόΠρόδρομος,  έχει τέσσερα παιδιά (Γιώργος, Δημήτρης, Παναγιώτης, Αννούλα) από τα οποία, τα δυο πρώτα εργάζονται στο Καρπενήσι αλλά πηγαινοέρχονται συχνά στο χωριό και βοηθούν τον πατέρα τους που διατηρεί ένα μεγάλο κοπάδι από κατσίκια και τα άλλα δυο ζουν στη Λαμία. Φυσικά δίπλα στον Βασίλη και το κοπάδι είναι διαρκώς η Ελένη, η οποία προλαβαίνει και το νοικοκυριό και φυσικά τους κήπους με τα λαχανικά καθώς και την αυλή της που είναι γεμάτη με ωραία λουλούδια, τα περισσότερα από τα οποία ο σπόρος τους είναι παλαιός και προσαρμοσμένος απόλυτα στις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής.
Όταν η φύση κάνει θαύματα... Ένα κοντόροκο καλαμπόκι με τρεις απολήξεις...
Αυτά τα έμαθα πιάνοντας προχθές κουβέντα με την Ελένη σαν την είδα να ποτίζει ένα ωραίο βασιλικό, από αυτούς που λέμε χειμωνιάτικους και με έκπληξη άκουσα πώς κρατάει τον ίδιο σπόρο που πήρε από την συγχωρεμένη πεθερά της, Σαννούλα Κοντογιάννη που έζησε όλη της τη ζωή στο κοντινό στην Καστανιά χωριό Πρόδρομος. Χοντρικά υπολογίσαμε πως πρέπει να είναι ο ίδιος σπόρος πάνω από 120 χρόνια γιατί και η Σαννούλα, τον είχε κρατήσει από τη δική της μητέρα ενώ είναι πιθανό να έχει και περισσότερη ιστορία.
Το ίδιο μου είπε πως κάνει και με τις ντομάτες, τα άλλα κηπευτικά και βέβαια με τα καλαμπόκια για τα οποία έμαθα πως καλλιεργεί ακόμη τα λεγόμενα «κοντόροκα», ήτοι ένα είδος καλαμποκιού του οποίου το ξυλώδες εσωτερικό είναι πολύ μικρό ενώ οι σπόροι του πολύ μεγάλοι, οι μεγαλύτεροι από κάθε άλλο ιθαγενή ποικιλία καλαμποκιού και φυσικά δεν έχει καμιά σχέση με τα υβρίδια που υποχρέωσαν οι διάφοροι προπαγανδιστές των πολυεθνικών να καλλιεργούν οι Έλληνες αγρότες για να είναι διαρκώς εξαρτημένοι από αυτές και τα φυτοφάρμακα που απαιτούνται για την καλλιέργεια τους.

Σε παλιά ξύλινα σκεύη που βγήκαν σε αχρησία έχει φυτεμένα η Ελένη τα λουλούδια της αυλής της
Ο τρόπος που μου μίλησε η Ελένη μου με έκανε να σκεφτώ πιο σοβαρά μια ιδέα που κυκλοφορεί από καιρό τώρα στο μυαλό μου και δεν είναι άλλος από την επιστροφή στο χωριό μου και την συστηματική ενασχόλησή μου με τα χωράφια και τις καλλιέργειες παράλληλα με ότι παλεύω ακόμα στην παραπαίουσα δουλειά στα περιοδικά.  Ακούγοντας μάλιστα πως θα πάρω σύνταξη (αν υπάρχει τότε αυτός ο θεσμός) σε 13 χρόνια από τώρα, πήρα την απόφαση. Κι έτσι, οι πρώτοι σπόροι ακτός από αυτούς που έχει η μάνα μου είναι από τα κοντόροκα καλαμπόκια και το βασιλικό που πήρα από την Ελένη και από την πρώτη συγκομιδή, υπόσχομαι πως θα δώσω και σε όσους ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο...

ΑΘΗΝΑ, 27092012

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΩΣ ΣΠΑΜΕ ΚΑΡΥΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΦΥΡΙ…


Τα καρύδια είναι ένας πολύτιμος απ’ όλες τις απόψεις, καρπός της ελληνικής γης και η συλλογή τους γίνεται τούτες τις ημέρες σε όλα τα ορεινά χωριά που υπάρχουν ακόμη καρυδιές και δεν έχουν κοπεί να γίνουν έπιπλα. Το λέω αυτό γιατί κατά την δεκαετία του ’60, τα χρόνια που κορυφώθηκε η εσωτερική μετανάστευση αποψιλώθηκε σχεδόν ολόκληρη η ελληνική ύπαιθρος από τις παλιές καρυδιές γιατί ως ξύλο απέφεραν άμεσο χρήμα και ήταν πολλές οι οικογένειες που χάρη στα χρήματα από τις καρυδιές πλήρωσαν την πρώτη εγκατάστασή τους στα υπόγεια της Κυψέλης και πάνω - κάτω στην Πατησίων.

Παρ’ αυτά διατηρήθηκαν αρκετά δέντρα και μεγάλωσαν κάποια άλλα και αν τα θέλει η χρονιά καρπίζουν αλλά σε όλα τα χωριά λείπουν τα χέρια για να τα μαζέψουν και πολύ περισσότερο οι άνθρωποι που μπορούν να ανέβουν πάνω στις καρυδιές και να της τινάξουν. Γι’ αυτό και όλοι περιμένουν πότε θα πέσουν τα ώριμα καρύδια από το δέντρο για να προλάβουν μάλιστα από τα τρωκτικά που καιορφυλακτούν να τα αρπάξουν.

Αυτή είναι λίγο πολύ η μικρή ιστορία με τα καρύδια και είναι τυχεροί όσοι έχουν ακόμη κάποιες καρποφόρες καρυδιές στα χωριά τους. Τα καρύδια όμως, δεν τρώγονται με το τσόφλι τους, ένα πολύ σκληρό ξυλώδες κέλυφος που προστατεύει απόλυτα τον καρπό. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι για να τα γευτούνε, τα σπάνε είτε με σφυράκια στο πολύ χωριάτικο, είτε με τους λεγόμενους καρυοθραύστες στο πιο αστικό.
 
Όποιος όμως θέλει να σπάσει ένα καρύδι στα γρήγορα και δεν έχει ούτε μια πέτρα διαθέσιμη κοντά του, μπορεί να το κατορθώσει βάζοντας δυο καρύδια στην παλάμη του και ανάλογα με τη δύναμη που έχει, να τα σφίξει δυνατά και να τα σπάσει με την πίεση που θα ασκήσει ο ένας καρπός πάνω στον άλλο. Συνήθως με αυτό τον τρόπο σπάζει μόνο ένα καρύδι αλλά δεν αποκλείεται να ραγίσει και το άλλο οπότε με μια κίνηση να έχουμε  δυο επιτυχή αποτελέσματα.  Στις φωτογραφίες, μπορείτε να δείτε τον τρόπο με τον οποίο τοποθέτησε πριν από λίγες μέρες στην Καστανιά της Ευρυτανίας ο καλός φίλος Μάκης Χαρικόπουλος δυο καρύδια στα χέρια του και κατάφερε να σπάσει το ένα.



- Σημειώνουμε, πως τα καρύδια πρέπει να αφεθούν λίγες μέρες στον ήλιο να ξεραθούν γιατί η φλούδα του καρπού όταν είναι ακόμη χλωρά πικρίζει και πρέπει να ξεφλουδιστούν πριν μπουν στο στόμα...

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΓΕΜΙΣΑΝ ΒΟΥΝΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ


Πήρα τα βουνά για δυο τρεις ημέρες· συγκεκριμένα πήγα με καλούς φίλους στο χωριό Καστανιά Ευρυτανίας όπου και τις δουλειές που είχαμε να κάνουμε τις φέραμε σε πέρας και περάσαμε υπέροχα. Οι καλύτερες όμως στιγμές αυτής της επίσκεψης μας στην Καστανιά, ήταν όταν ανεβήκαμε νωρίς - νωρίς ένα πρωί στον αυχένα του βουνού Τριανταφυλλιά, που καλείταιΤριχιά, εκεί που «χωρίζει» η Αιτωλοακαρνανία με την Ευρυτανία και καθώς η ατμόσφαιρα ήταν απόλυτα διαυγής, χόρτασαν τα μάτια μας βουνά. Με τούτη την πρωϊνή εικόνα, που έρχεται σαν συνέχεια της χθεσινοβραδυνής που δείχνει τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου πάνω στις κορφές της Χελιδόνας, της Καλιακούδας και λίγο του Τυμφρηστού, τη μοιραζόμαστε μαζί σας με την ευχή, κάποια φορά τα βημάτά σας να σας οδηγήσουν κι εσάς εκεί ψηλά, στον ουρανό των «Μικρών Πατρίδων» που δεν ξεχνάμε και τις κρατάμε με πολλή αγάπη στην καρδιά μας…
ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ, 22092012

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

ΕΝΑ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΚΡΙΚΕΛΟΠΟΤΑΜΟ…

O παπα Θανάσης Ζαφείρης, οι γιοί του Δημήτρης και Σωτήρης και ο Γιάννης Τσατσαράγκος περνάνε το ποτάμι στον κουβά της μπουλντόζας.
Το Ληναράκι είναι ένας πολύ παλιός οικισμός της Καστανιάς Προυσού, ο οποίος κατά τα τελευταία χρόνια έχει εγκαταλειφθεί εντελώς και το χειρότερο είναι ότι η ξυλογέφυρα πάνω από τον νευρικό Κρικελοπόταμο που εξυπηρετούσε όσους είχαν ακόμη κάποια ζωντανά που τα πήγαιναν εκεί πέρα ή να τρυγήσουν κάτι λίγα αμπέλια που είχαν απομείνει, έχει σαπίσει και ήταν πολύ επικίνδυνη για όποιον  επιχειρούσε να την περάσει.

Έτσι, εκτός από τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού που λιγόστευαν τα νερά του ποταμού, κανένας πλην ελαχίστων κυνηγών δεν πάταγε το πόδι του στον παρατημένο οικισμό όπου φέτος όπως είδα σε μια πρόσφατη επίσκεψή μου εκεί, οι ροδιές που έχουν απομείνει, είναι κατάφορτες αλλά είναι ζήτημα αν κάποιος μαζέψει τον καρπό τους.
Η ξυλογέφυρα πάνω από τον Κρικελοπόταμο έχει σαπίσει και είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για όποιον δεν γνωρίζει την κατάστασή της...
Το κυριότερο όμως και αυτό που απασχολεί πολλούς από την Καστανιά και ιδιαίτερα τον παπα Θανάση Ζαφείρη που μεγάλωσε εκεί απέναντι, στον οικισμό Ποτάμι και ο οποίος ήταν και ο άνθρωπος που μου μίλησε για το Ληναράκι που πρόλαβε να έχει 30 οικογένειες, είναι η πρόσβαση προς στην ωραία εκκλησία του Αϊ – Γιάννη Θεολόγου η οποία πανηγυρίζει στις 26 Σεπτεμβρίου αλλά είναι και πολλοί εκείνοι που θέλουν να πάνε να ανάψουν ένα κεράκι αλλά δεν μπορούν αφού δεν πατιέται πλέον η ξυλογέφυρα.
Η επιφάνεια της ξυλογέφυρας με τα σαπισμένα σανίδια που πρόκειται να αλλαχθούν
Το ενδιαφέρον όμως αυτό των Καστανιωτών άκουσαν οι αρχές και γι’ αυτό έστειλαν τις προάλλες ένα μηχάνημα (μπουλντόζα) την οποία χειρίζονταν ο Γιώργος Μήτσου και με την βοήθεια του Γιάννη Τσατσαράγκου που γνωρίζει καλά την περιοχή, ίσιαξε μια δίοδο μέσα στο ποτάμι να περνούν τα ψηλά αυτοκίνητα και τα φορτηγά και άνοιξε ένα δρόμο μέχρι κάτω από τη γέφυρα για να πάνε εκεί τα μηχανήματα που θα χρειαστούν να φτιάξουν το γεφύρι, οι εργασίες για το οποίο όπως έχει ακουστεί θα αρχίσουν πολύ σύντομα.
Τους πρόλαβα να δουλεύουν εκεί στις 22 Αυγούστου και μαζί με τον παπα - Θανάση και τους γιούς του Σωτήρη και Δημήτρη και για να μη βραχούμε, περάσαμε το ποτάμι μέσα στον κουβά της μπουλντόζας. Το γεγονός μας θύμισε το όχι και πολύ μακρινό χθες που η Ευρυτανία και γενικά η ορεινή Ελλάδα δεν είχε δει αμαξιτό δρόμο και πολλές φορές οι άνθρωποι περνούσαν τα φουσκωμένα ποτάμια πάνω σε αυτά τα θηριώδη μηχανήματα.  

Χωρίς να βραχούμε καθόλου, περάσαμε εκείνη τη μέρα τον Κρικελοπόταμο μαζί με τον παπα Θανάση τον Κρικελοπόταμο
Ένα χθες που καμιά φορά εμφανίζεται σαν κακό όνειρο για ορισμένους και άλλοτε, ως αφορμή να ξαναδούμε τα πράγματα από μια άλλη γωνιά, της αυτογνωσίας τουλάχιστον για το τι αληθινά είναι ο τόπος μας και πόσο δυνατά κρατούσε δεμένους τους ανθρώπους κοντά του. Και επίσης, να σχολιάζει την απόσταση που κράτησαν οι άνθρωποι, όταν για διάφορους λόγους ο καθένας απομακρύνθηκε από την γενέθλια γη και τις ρίζες τους.  

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Ευρυτανικός Παλμός" την 4 Σεπτεμβρίου 2012.    

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΑΣ


Μπορεί να ήταν το παράπονο του Αϊ – Γιάννη που τόσα χρόνια είχε μείνει χωρίς πανηγύρι στην αυλή του και ευλόγησε την καλή προσπάθεια, μπορεί να ήταν η βαθιά νοσταλγία των Προδρομιτών της Πρασιάς για το γενέθλιο τόπο που καρποφόρησε σε διάθεση και προσφορά. Μπορεί να είναι και ένα σωρό άλλα πράγματα που συνέτειναν στην επιτυχία και την επανακαθιέρωση του, εκείνο όμως που είναι βέβαιο είναι πως το προχθεσινό πανηγύρι – μικρό αντάμωμα στον περίβλεπτο και ωραίο Πρόδρομο, ξεπέρασε κάθε προηγούμενό του!
 
 
 Πριν προχωρήσουμε όμως στο μικρό αφιέρωμα για το ωραίο γεγονός πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι λέμε επιτυχία σε μια τέτοια γιορτή φανερώνοντας τα στοιχεία που διέκριναν αυτό το μικρό πανηγύρι του Προδρόμου. Κατ’ αρχήν η προσπάθεια αναβίωσής του που βαδίζει στον τέταρτο χρόνο, αξίζει κάθε έπαινο και πρέπει να σημειώσουμε πως οι Προδρομίτες που ανέλαβαν να αναστήσουν την παμπάλαια γιορτή των προγόνων τους, γνώριζαν πως αυτό έσβησε κάποια χρονιά εξαιτίας του άκριτου νεωτερισμού με την ανάληψη του πανηγυριού από ένα ιδιώτη ο οποίος μάλιστα επέβαλε μέσω της δύναμης που διαθέτει η όποια ορχήστρα και την αλλαγή του χώρου τέλεσής του. Ανεξάρτητα όμως από τον ιδιώτη και τα συμφέροντά του, πρέπει να το πούμε και δεν είναι κακό, ότι εκείνα τα χρόνια η μικρή κοινωνία των Προδρομιτών μόλις είχε αρχίσει να οργανώνεται στην εθνική της διασπορά που βρέθηκε και εκ των πραγμάτων ήταν ακόμη αδύναμη και οικονομικά ανίσχυρη.
 
 
Μη ξεχνάμε όμως και τις δυσκολίες που είχε λόγω της άθλιας κατάστασης του οδικού δικτύου εκείνα τα χρόνια, η επίσκεψη των αποδήμων στον Πρόδρομο. Κι ακόμη, ένα πανηγυράκι στο τέλος μάλιστα του Αυγούστου που έχουν φύγει από κάθε χωριό οι περισσότεροι παραθεριστές ακόμα και οι τσελιγκάδες πάντα περικλείει τον κίνδυνο της αποτυχίας στη διοργάνωσή του. Εν κατακλείδι, το σταμάτημα του πανηγυριού επέφερε εκείνα τα χρόνια και την πρόσκαιρη ακύρωση της κοινότητας η οποία όταν ήταν ακέραια και ισχυρή, μέσω αυτού του ιδιαίτερου γεγονότος εκφραζόταν.
 

Πέρασαν λοιπόν 15 χρόνια ως το 2005 όταν μια μικρή ομάδα -λιγότεροι από πέντε- Προδρομιτών πήρε την πρωτοβουλία να αναστήσει το πανηγύρι και ξεκίνησε με κάποια μικρά και απαραίτητα έργα που βελτίωσαν τον περιβάλλοντα χώρο της εκκλησίας που οπωσδήποτε είχε υποστεί φθορές από την μακρόχρονη εγκατάλειψη. Σιγά – σιγά διαμόρφωσαν το επικλινές έδαφος σε μια ωραία πλατεία, καθάρισαν τους θάμνους, φύτεψαν δέντρα, έφραξαν το χώρο της εκκλησίας και μεταμόρφωσαν το παλιό αλώνι σε μια ωραία πίστα για χορό! Για το πώς έγινε το αλώνι έχουν ακουστεί πολλά, αλλά δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά καθώς οι γυναίκες πλέον χορεύουν περισσότερο από τους άντρες και δεν λογαριάζουν καν τις ωραίες τους γόβες!

Μπορεί λοιπόν να ξεκίνησαν λίγοι αλλά στην πορεία της αναβίωσης βρέθηκαν πολλοί που θέλησαν να βοηθήσουν. Πρώτα απ’ όλους ο Ηλίας Αθ. Γιαννούλης που συστηματικά ασχολείται με τη συντήρηση της εκκλησίας, ενώ πολλοί τρανώτεροι από το χωριό που θυμούνταν τα παλιά πανηγύρια είπαν τη γνώμη τους για το τυπικό της γιορτής και όλοι τους άκουσαν. Κατόπιν ήρθε η σειρά των εθελοντών για όλες τις δουλειές του κι εδώ ήταν πολλοί εκείνοι που ανταποκρίθηκαν αμέσως. Γυναίκες, παιδιά, φίλοι του Προδρόμου, Πρασσιώτες από τους άλλους συνοικισμούς και γείτονες από τα Κέδρα, όλοι ανέλαβαν να κάνουν κάτι και το έφεραν σε αίσιο πέρας.
 
 
Το ίδιο έγινε και προχθές. Ένα σωρό χαρούμενα παιδιά ανέλαβαν να συμμαζέψουν από την παραμονή το χώρο, έπλυναν τα τραπέζια και τις καρέκλες ενώ οι μεγάλοι κρέμασαν τις τέντες που είναι ακόμη απαραίτητες μέχρι να μεγαλώσουν λίγο ακόμα τα πλατάνια που φύτεψαν στην αυλή, εγκατέστησαν το ψυγείο για τις μπύρες και τα αναψυκτικά και στο διπλανό ξεροχώραφο του Κωνσταντίνου Μπίτσα που ευγενικά επέτρεψε το παρκάρισμα των αυτοκινήτων έβαλαν τη γεννήτρια του ηλεκτρικού.

Οι γυναίκες μετά ανέλαβαν τη φροντίδα του φαγητού το οποίο δεν περιορίζονταν μόνο στη νηστίσιμη φασολάδα που έψησε πολύ καλά ο Στέφανος Χύτης με βοηθό τον Γιώργο Καλαμπαλίκη από τα Κέδρα αλλά είχε και σαλάτες και άλλα καλά, όλα σερβισμένα σε κανονικά πιάτα. Είναι απίστευτο αλλά μέσα σε ένα τέταρτο είχαν σερβιστεί και τα 300 άτομα και σε αυτό συνέβαλε η ενεργός παρουσία όλων των νέων οι οποίοι είχαν αναλάβει χρέη σερβιτόρου. Οι ίδιοι πάλι καθάρισαν στην εντέλεια το χώρο πριν αποχωρήσουμε όλοι, όταν σταμάτησε πια το πανηγύρι.


Πρέπει να το ξαναπούμε, μόλις τέλειωσε η θεία λειτουργία που τέλεσε ο παπα Χρήστος Τζήμας και το προσκύνημα της εικόνας από το εκκλησίασμα, όλα στην αυλή ήταν έτοιμα να αρχίσει το πανηγύρι. Οι διοργανωτές βέβαια λαχτάρισαν λίγο με την αργοπορία του δεξιοτέχνη του κλαρίνου Αποστόλη Τζιαχρή για τον οποίο καλά λένε ότι «θέλει προκαταβολή και δέσιμο», αλλά ησύχασαν μόλις φάνηκε, κι αυτός από υποχρέωση αλλά και λόγω καταγωγής της μητέρας του από τα Κέδρα και τους αποζημίωσε με το παραπάνω. Και να μην έρχονταν πάντως, το καλό κλαρίνο από τον Καραμπίνη ήταν πάλι εγγυημένο. Στο βιολί της ορχήστρας ήταν ο σπουδαίος Κώστας Καρπέτας από το Δομοκό, στην κιθάρα ο γιος του Βασίλη Καλαμίδα από τα Κέδρα Ηλίας και στην άκρη κάθισε ο μπάρμπα Γιώργος Πότσιος ή Ζιαβλάνης όπως τον ξέρουν όλοι στα χωριά του Απεράντιου και της Αργιθέας. Όταν ήρθε η σειρά του να παίξει κι αυτός όλοι το χάρηκαν και η ψυχή τους ταξίδεψε σε άλλα, πιο όμορφα χρόνια, τότε που οι τρανώτεροι, όπως οι γέροντες Παπαδημαίοι από το Ραυτόπουλο που παρά το βάρος των χρόνων που κουβαλούσαν στην πλάτη έφεραν μια γύρα κι αυτοί για το καλό της ημέρας καθώς και οι άλλοι συνομηλικοί τους.


Αυτός όμως που εκ μέρους της ορχήστρας είχε το πρόσταγμα της ημέρας ήταν ο τραγουδιστής Βαγγέλης Ποζιός από τα Κουμπουριανά της Αργιθέας ο οποίος κράτησε το τραγούδι στο ύψος που άρμοζε σε αυτό το πανηγύρι. Μόνο τρία – τέσσερα ταγούδια του συρμού βγήκαν από το στόμα του κι αυτά μόνο όταν, σε ένα διάλειμμα από τις υποχρεώσεις της, βγήκε στο αλώνι η νεολαία του χωριού.
 
 

Κάτι άλλο που πρέπει να πούμε κλείνοντας αυτό το μακρύ ρεπορτάζ για το πανηγύρι του Προδρόμου, είναι ότι ανάμεσα στους 300 μετρημένους από τον αριθμό των καρεκλών που ήρθαν στο πανηγύρι, ιδιαίτερη ήταν η παρουσία ανθρώπων από τα γειτονικά χωριά. Ανάμεσά τους διακρίναμε ένα τραπέζι γεμάτο Επινιανίτες, ένα άλλο με Βραγγιανιώτες, πολλούς ανθρώπους από το Συγγέρι (Κάτω Ραυτόπουλο) οι οποίοι έχουν και ιδιαίτερους λόγους να τιμούν τον Αϊ – Γιάννη, αρκετούς από τη Γρανίτσα και άλλα χωριά του Απεράντιου καθώς και ορισμένους από το Πετρίλο.
 
 
Ούτε λόγος φυσικά για την παρουσία των Κεδριωτών, από την εκκλησία των οποίων δανείστηκε ο Πρόδρομος τα τραπέζια καθώς και ορισμένων από τη Στεφανιάδα. Ο μεγαλοτσέλιγκας μάλιστα Φλότσιος και η παρέα του πρέπει να χόρεψαν περισσότερο από κάθε άλλον. Ακόμη, το πανηγύρι του Προδρόμου τίμησαν και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς ο νέος χάρτης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ακόμη σχηματίζεται, ο δήμαρχος Αχελώου Θανάσης Οικονόμου, και βεβαίως ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σπηλιάς πατέρας Νεκτάριος, τονίζοντας κι αυτός με την παρουσία του τη σημασία που έχει η Παναγία των Αγράφων για όλη την περιοχή.

 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2008 στον Ευρυτανικό Παλμό και φιλοξενείται σήμερα στον blog "Η δική μου Ευρυτανία" χωρίς επεμβάσεις. Φυσικά και έχουν αλλάξει κάποια πράγματα από τότε αλλά η ουσία του πανηγυριού παραμένει η ίδια και ο κόσμος συνεχίζει να το τιμά.
 


 

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΚΑΒΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΚΕΛΟΠΟΤΑΜΟΥ

Ο Κρικελοπόταμος όπως κατεβαίνει από τα στενά της Κοντίβας
Είμαι βέβαιος πως οι περισσότεροι γνωρίζουν τα καβούρια από τη διαχρονική ρήση «έχει καβούρια η τσέπη» και τούτο βεβαίως έχει τονιστεί ιδιαίτερα τώρα που περνάμε την βαθιά κρίση και από την οποία, κανένας δεν ξέρει πότε και πως θα βγούμε. Τέλος πάντων αυτά θα τα δούμε αργότερα που θα σφίξουν περισσότερο τα λουριά και θα πράξουμε ανάλογα και γι’ αυτό απόψε θα ασχοληθούμε λίγο με ένα ωραίο κάβουρα που πρόλαβα να δω προχθές στα νερά του Κρικελοποτάμου, λίγο πιο κάτω από την σάπια γέφυρα που συνέδεε τον παρατημένο οικισμό λιναράκι με τον έξω κόσμο όταν ο ποταμός είχε τις φουρτούνες του.
 
Τούτο λοιπόν το ωραίο πλάσμα του ποταμού το οποίο βεβαίως και δεν έχει καμιά σχέση με τις τσέπες καμμιάς και κανενός, πήρε το μάτι μου αραγμένο πάνω σε ένα λιθάρι που περίμενε να αρπάξει κάποιο άλλο πλάσμα να φάει και μάζεψα τις κινήσεις μου να μην το τρομάξω. Με είχε πάρει όμως και αυτός είδηση και καθώς διαθέτει περιστροφικά μάτια και μάλον οξύτατη όραση, δεν τρόμαξε καθόλου αλλά άρχισε αμέσως να βαδίζει  «σαν το κάβουρα», όπως λένε, για να μην με χάσει ούτε δευτερόλεπτο από το πεδίο όρασής του και σιγά - σιγά μπήκε στο νερό και μια αστραπιαία κίνηση πήγε αμέσως και χώθηκε κάτω από ένα μεγάλο λιθάρι, τέτοιο που θα ήταν αδύνατο να το σηκώσω και να τον πιάσω.


Φυσικά και κάτι τέτοιο δεν ήταν στις προθέσεις μου, απλά πήγα πιο κοντά να τον προλάβω να τον φωτογραφίσω γιατί λίγο - πολύ ως είδος αρχίζει να σπανίζει αφού όταν βγαίνουν από τις τρύπες τους οι αλεπούδες και άλλα αρπακτικά, είναι ο πρώτος μεζές που θα πιάσουν στο ποτάμι και αυτές όπως ξέρετε, δεν τα βάζουν στην τσέπη τους αλλά στο στομάχι τους. Επί πλέον, ένας λόγος που κάνω αυτό το σημείωμα είναι να σας δείξω πόσο καθαρά είναι τα νερά του Κρικελοπόταμου, του καθαρότερου ίσως ποταμού της Ελλάδας τον οποίο αν δεν έχετε γνωρίσει, σας τον συνιστώ ανεπιφύλακτα και άμα χρειαστεί, σας συνοδεύω και σας ξεναγώ στις ομορφιές του, όπως για παράδειγμα, το Πανταβέχει…

ΤΑ ΓΚΡΑΦΙΤΙ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΦΡΑΓΚΙΣΤΑ



Όπου και αν ταξιδεύω στην Ελλάδα συνεχώς επιβεβαιώνομαι πως δεν υπάρχει πλέον σημείο της επικράτειας που να μην έχει περάσει από πάνω του το σπρέι ή το πινέλο κάποιου «καλλιτέχνη» ή ενός άλλου με διάθεση για εικαστικές παρεμβάσεις στις επιφάνειες των τοίχων και των οτιδήποτε κτίριο έχει παρατηθεί ή υπολανθάνει της προσοχής των ιδιοκτητών του και ως εκ τούτου θεωρείται έρμαιο κάθε τυχόντα.
Το ίδιο συνέβη προχθές και στη Δυτική Φραγκίστα όπου περπατούσα στις γειτονιές του στο χωριού αναζητώντας κάποιες γωνιές που θα μου άρεσαν να τραβήξω φωτογραφίες και κάποια στιγμή βρέθηκα πάνω από το μεγάλο ρέμα που διασχίζει το χωριό και το οποίο, για ευνόητους λόγους έχει ντυθεί με τσιμέντο και ξαφνικά, βλέπω εκεί μέσα δυο καλοφτιαγμένα γράφιτι, σαν αυτά που βλέπουμε να καλύπτουν τους τοίχους στην Αθήνα.

Δεν γνωρίζω καν ποιος τα έφτιαξε, ούτε είχα και χρόνονα ρωτήσω κάποιον στο χωριό. Κατάλαβα όμως ότι όποιος και να ήταν αυτός ή η παρέα, το έκαναν κρυφά για να μην τους δούν και αρχίσουν τα σχόλια και να οδηγηθούν στο να δώσουν εξηγήσεις σε διάφορους παράξενους. Όχι αναφορικά με το τι θέλουν να πουν με αυτά τα «έργα», αλλά για να γίνει συζήτηση, πράγμα που κατά κανόνα δεν ενθουσιάζει και τόσο πολύ κανένα καλλιτέχνη, ακόμα και αν αυτός είναι πολύ αναγνωρισμένος ή σίγουρος για ότι κάνει.
 
Πιστεύω δε πως κανένας δεν θα βρεθεί να τα καταστρέψει, - και αν βρεθεί να τα χαλάσει τότε είναι που θα γίνουν γνωστά καιτο θέμα θα κουβεντιαστεί περισσότερο- και τούτο θα νομίζω πως θα αποτελέσει και την ευκαιρία να δούμε ως του χρόνου όλο το τσιμενταριεμένο ρέμα γεμάτο γκράφιτι και ελπίζουμε να έχουν την ίδια ποιότητα με αυτά.

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΜΟΥΡΟΥ ΣΤΟ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟ


Γέμισε η πλατεία μπροστά από τον Αί Γιάννη στη γιορτή του μούρου στο Καλεσμένο
Άργησε λίγα χρόνια αλλά έγινε προχθές και με μεγάλη μάλιστα επιτυχία, η πρώτη «Γιορτή μούρου» στο Καλεσμένο και έτσι, ένα από τα πιο σπουδαία και ποιοτικά προϊόντα της ευρυτανικής γης πήρε το εισιτήριο να γίνει πιο γνωστό και γιατί όχι, να εμπνεύσει και άλλους ώστε να ασχοληθούν με την παραγωγή του και να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους.
Τίμησε με την παρουσία του ο μητροπολίτης κκ. Νικόλαος τη γιορτή μούρου στο Καλεσμένο
Την πρωτοβουλία είχαν η κοινότητα Καλεσμένου και συγκεκριμένα ο δραστήριος πρόεδρος Παναγιώτης Κοντοβράκης με τον Σύλλογο των Απανταχού Παπαρουσιωτών και η εκδήλωση έγινε στα πλαίσια των εορτών Δάσους που γίνονται κάθε χρόνο στην Ευρυτανία και φυσικά με την υποστήριξη του Δήμου Καρπενησίου. Την ωραία εορτή λάμπρυνε η παρουσία του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη Καρπενησίου  κ.κ. Νικολάου ο οποίος χοροστάτησε στον εσπερινό και παρέμεινε αρκετή ώρα στην πλατεία πριν αποχωρήσει και ξεκινήσει το γλέντι.
Το χορετικό του Πολιτιστικού Συλλόγου Καρπενησίου χορεύει στην γιορτή
Τους προσκεκλημένους και όσους βρέθηκαν στην ωραία πλατεία του Καλεσμένου, μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και το παλιό πέτρινο σχολείο που αποκτά καινούργιο ρόλο χάρη στη φροντίδα των Καλεσμενιωτών που αγαπάνε ιδιαίτερα και φροντίζουν το χωριό τους, με ένα μικρό ποτηράκι μούρο για να δοκιμάσουν το «νέκταρ» της Ευρυτανίας. Στη συνέχεια προβλήθηκε βίντεο που παρουσίαζε τις ομορφιές της Ευρυτανίας, ακούστηκαν οι χαιρετισμοί από τον πρόεδρο της Κοινότητας Καλεσμένου Παναγιώτη Γυφτοβράκη, τον Πρόεδρο του Συλλόγου των Απανταχού Παπαρουσιωτών Παναγιώτη Βλασσόπουλου καθώς και από το δημοτικό Σύμβουλο Νίκο Σουλιώτη που αναφέρθηκαν στο πολύτιμο μούρο και τη σημασία που έχει για το Καλεσμένο και όλη την περιοχή.
Η "Ορχήστα Ζιάγκα" τα κατάφερε και δεν άφησε κανέναν να μη χορέψει από κλέφτικα μέχρι τη "Ζαφιρένεια" και τον "Κόκορα"...
Ο Παναγιώτης Κοντοβράκης, η Αμαλία Παπαγεωργίου και ο Παναγιώτης Βλασσόπουλος τη στιγμή που κληρώνουν τους λαχνούς της λαχειοφόρου
Ακολούθησε παρουσίαση παραδοσιακών χορών από το χορευτικό συγκρότημα του πολιτιστικού Συλλόγου Καρπενησίου και μετά άρχισε το γλέντι με τους ήχους της καλής ορχήστρας «Κωνσταντίνου Ζιάγκα» και κράτησε μέχρι τις πρωινές ώρες με μόνο διάλειμμα την ολιγόλεπτη κλήρωση των δώρων και για να πάρουν μια ανάσα και οι μουσικοί.
Οι Καλεσμενιώτισσες κάνουν πρώτες την αρχή με ένα τσάμικο
Πέρα από την πρώτη όπως προαναφέρθηκε παρουσίαση του μούρο στην εκδήλωση, για το οποίο μίλησε η Αμαλία Παπαγεωργίου και προβλήθηκε ειδικό βίντεο με σχετικές εικόνες, ενδιαφέρον είχε στη γιορτή η παρουσία πολλών νέων παιδιών που βοήθησαν και καταχάρηκαν την εκδήλωση χορεύοντας ασταμάτητα καθώς επίσης και το παρόν που έδωσαν στο προαύλιο του Άι - Γιάννη πολλοί Καλεσμενιώτες και φίλοι από τα διπλανά χωριά και ιδιαίτερα το Παπαρούσι που μαζί μοιράζονται την παραγωγή του μούρου.
Δεν είναι και τόσο γυνακείος χορός το τσάμικο αλλά η Παναγιώτη Κουρεμένου μας έκανε να αναθεωρήσουμε αυτή την άποψη ως πεπαλαιωμένη...
Του χρόνου ευχήθηκαν όλοι θα είναι καλύτερα και το μούρο θα ρεύσει πιο άφθονο για να το γνωρίσουν περισσότεροι και να εκτιμήσουν όλοι την αξία του.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν σήμερα στον "Ευρυτανικό Παλμό".

ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

Η κυρά Κωνστάντω στο καφενείο που κρατάει ανοιχτό παραπάνω από σαράντα χρόνια στο Καλεσμένο και αποτελεί το ναό του μούρου, όπως λένε όσοι το γνωρίζουν και το απολαμβάνουν. Στη φωτογραφία με τον Πάνο Κατσούδα που μαζί επισκεφθήκαμε το Καλεσμένο και μου γνώρισε τις μουριές.

Πότε και ποιος φύτεψε την πρώτη μαύρη μουριά στα μέρη της κεντρικής Ευρυτανίας είναι άγνωστο, όπως επίσης άγνωστο είναι αν την φύτεψαν για τα φύλλα της ή τον καρπό τους. Τα μεν φύλλα ήταν χρήσιμα για την μεταξοσκωληκοτροφία η οποία δεν αποκλείεται να είχε ανθήσει κάποιους προηγούμενους αιώνες εκεί, ενώ τα μούρα, ένας εύγεστος,  χυμώδης και υπόξινος καρπός να τα χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή ενός οινοπνευματώδους ποτού, σαν το τσίπουρο μοιάζει, αλλά με μια άλλη βαθύτερη, πιο εσωτερική γεύση και χαρακτηριστική μυρωδιά που παραπέμπει στον καρπό και στην περιοχή το λένε μούρο.

Το χωριό Καλεσμένο όπως φαίνεται από την απέναντι πλαγιά
Στις ημέρες μας λοιπόν, οι μαύρες μουριές που υπάρχουν κυρίως στα χωριά Καλεσμένο με τους πολλούς συνοικισμούς, Παπαρούσι και λιγότερο στα γειτονικά που όλα βρίσκονται πάνω από το ρου του Μέγδοβα, όλοι ξέρουν πως με τον καρπό τους φτιάχνουν μούρο και το οποίο μάλιστα θεωρείται από τα καλύτερα σε όλη την Ελλάδα και λόγω της μικρής παραγωγής η τιμή του είναι αρκετά ψηλή, μέχρι και πενήντα ευρώ το κιλό φτάνει και βεβαίως όποιος θέλει να το προμηθευτεί πρέπει να έχει και τις διασυνδέσεις του.

Ένα κλαρί μαύρης μουριάς γεμάτο με καρπό
Τούτο λοιπόν το απόσταγμα, ήταν και το πολυτιμότερο προϊόν των χωριών που προαναφέρθηκαν και απ’ αυτό προέρχονταν τα μικρά, αλλά ιδιαίτερα έσοδα που έκαναν τη ζωή των ανθρώπων που ασχολούνταν με τις μουριές κάπως καλύτερη σε σχέση με τους άλλους που δεν είχαν στον κήπο τους ή τα χωράφια τους αυτό το πολύτιμο δέντρο. Οι πιο πολλές μουριές ήταν στον παρατημένο πια οικισμό του Καλεσμένου, Σπαρτιάς και τούτο οφείλονταν μάλλον στο ευνοϊκό μικροκλίμα της περιοχής που ευνοούσε τις μουριές οι οποίες αγαπάνε την ηλιοφάνεια και αποδίδουν καλύτερα αν δεν ταλαιπωρούνται από την υγρασία και τους παγωμένους αέρηδες.

Για να προστεύεται ο καρπός και να μαζεύεται ευκολότερα στρώνουν κάτω από το δέντρο μεγάλα πανιά και πλαστικές επιφάνειες για να μη χάνεται ούτε ένα μούρο.
Αυτό που άρεσε όμως περισσότερο στις μουριές ήταν η παρουσία των ανθρώπων δίπλα τους, ήτοι η καλλιέργεια των χωραφιών, με σιτάρι και κριθάρι στις άνυδρες λάκκες και τα καλαμπόκια και τα κηπευτικά εκεί που υπήρχε νερό. Τους άρεσε επίσης να πηγαίνουν και να σταλίζουν κάτω από τον ίσκιο τους τα κοπάδια και βεβαίως το κλάδεμα και η φροντίδα. Όλα αυτά όμως πάνε, χάθηκαν από τότε που οι άνθρωποι άφησαν τον φτωχό όπως έλεγαν τόπο τους και αναζήτησαν την τύχη τους μακριά, ακόμα και πέρα από τους ωκεανούς.



Οι περισσότερες μουριές που υπάρχουν σήμερα είναι στον οικισμό Μοναστηράκι
Από τους λίγους που έμειναν πίσω, ήταν η κυρά Κωνστάντω Κατσούδα, η οποία μαζί με τον άντρα της Βασίλη είχαν ανοίξει το 1970 στη στροφή πάνω από τον κεντρικό οικισμό του χωριού Καλεσμένο ένα μαγαζί που εξυπηρετούσε τους περαστικούς. Μεταξύ των άλλων προσέφερε και μούρο, δικής τους παραγωγής από τις μεγάλες μουριές που είχε η οικογένεια της κυρά Κωνσταντίνας και η οποία ασχολείται όπως μας είπε από 10 χρονών με αυτές και συνεχίζει μέχρι σήμερα γιατί είναι μια δουλειά που την βρήκε από τους γονείς της και την αγαπάει. Αυτή ήταν και η γυναίκα η οποία συνέχισε και μετά το θάνατο του άντρα της πριν από αρκετά χρόνια να κρατάει ανοιχτό το ωραίο μαγαζί μας είπε όλες τις πληροφορίες που θέλαμε να μάθουμε σχετικά με το μούρο και την παραγωγή του.

Κάθε σημείο κάτω από τις μουριές είναι καλυμένο με πλαστικές επιφάνειες για να μη πάει χαμένο ούτε ένα μούρο
Τις μουριές της βρήκαμε, είπε και τα παλιά χρόνια κάρπιζαν πολύ γιατί ήταν αλλιώς η φύση και οι άνθρωποι και ασχολιόνταν με αυτές οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού και έφτιαχναν μούρο. Τότε δεν είχαμε νάιλον όπως σήμερα να τα απλώνουμε από κάτω και να τις μαζεύουμε και γι’ αυτό καθαρίζαμε καλά το χωράφι, κόβαμε τα χορτάρια και σχεδόν το σκουπίζαμε με σπάρτα. Τις μαζεύαμε μια – μια σαν έπεφταν από το δέντρο και αυτό κρατούσε μέρες. Τις βάζαμε σε μεγάλες καρδάρες με νερό και καθώς αυτές φούσκωναν, άρχιζε να γίνει η ζύμωση η οποία κρατούσε αρκετές μέρες, ανάλογα με την ποσότητα . Τότε της βάζαμε σε ένα καλογανωμένο καζάνι και τις αποστάζαμε όπως τα τσίπουρα από τα σταφύλια. Η διαφορά στον τρόπο απόσταξης του μούρου από τα τσίπουρα ήταν ότι αυτά κόλλαγαν λόγω των πολλών σακχάρων στο καζάνι κι γι’ αυτό τους έβαζαν ένα χορτάρι στον πάτο. Το αποτέλεσμα ήταν επίσης ανάλογο με την ποσότητα και φυσικά με την ποιότητα των μούρων.  Όσο γεροί ζουμεροί ήταν οι καρποί, τόσο περισσότερο μούρο έβγαζαν.

Θησαυρός για τους Καλεσμενιώτες είναι τα μούρα από τις μαύρες μουριές.
Εκείνα τα χρόνια το μούρο δεν ήταν και ιδιαίτερα ακριβό λόγω του ότι ήταν και μεγάλη η παραγωγή καθώς ασχολούνταν όλο το χωριό με αυτό αλλά δεν το είχε μάθει ο κόσμος σαν ιδιαίτερο ποτό και δεν το αναζητούσε. Τώρα μπορεί να κάνει και πενήντα ευρώ το κιλό, όπως πρόπερσι που αρρώστησαν οι μουριές και έπεσαν όλα τα φύλλα τους αλλά όπως λέει η κυρά Κωνσταντίνα, είχαν άλλη αξία τα λεφτά εκείνης της εποχής.

Αν και ιδιαίτερο προϊόν το μούρο, είναι εύκολο να το παράξει κάποιος αν φυσικά γνωρίζει πως γίνεται η απόσταξη και ακολουθήσει κάποιους κανόνες. Το δύσκολο όμως τώρα που η παραγωγή του μούρου επανήλθε στην επικαιρότητα, λόγω της ποιότητάς του και βεβαίως της επικερδούς λόγω της κρίσης ενασχόλησης για πολλούς στα χωριά της Ευρυτανίας, είναι ο πολλαπλασιασμός των δέντρων. Πράγματι, είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτιάξει κάποιος καινούργια δέντρα μαύρης μουριάς. Έχουν δοκιμάσει όλους τους πιθανούς τρόπους, με σπόρια, με μοσχεύματα, με εμβολιασμούς αλλά τίποτα. Ελάχιστα δέντρα πιάνουν έτσι και κυρίως αυτά προέρχονται από κλαδιά άλλων δέντρων που χώνονται ολόκληρα στο έδαφος.

Ο Πάνος Κατσούδας με μια από τις νέες μουριές που κατάφερε να δημιουργήσει στο χωράφι του.
Σαν να υπάρχει ένα μυστικό που δεν ξέρουμε, στην αναπαραγωγή της μουριάς, λέει ο Πάνος Κατσούδας ο οποίος αφ’ ότου γύρισε από την Αμερική πριν από λίγα χρόνια ασχολείται συστηματικά με τις μουριές και άλλες καλλιέργειες. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και μια άλλου είδους προσοχή στα δέντρα καθώς, όπως λέει η κυρά Κωνσταντίνα «άλλαξε πολύ η φύση» και γέμισε έντομα που τρυπάνε τους καρπούς και πουλιά που μη έχοντας τίποτα άλλο να φάνε ρημάζουν τις μουριές. Γι’ αυτό και ορισμένοι, ντύνουν κυριολεκτικά τις μουριές με δίχτυα για να προστατέψουν το καρπό και όποιος τα βλέπει έτσι ντυμένα όταν περνάει από το δρόμο, καταλαβαίνει την αξία που αρχίζουν να παίρνουν και τη θέση στην οικονομική ζωή της κεντρικής Ευρυτανίας.

Τον τρόπο αναπαραγωγής της μουριάς δεν αναζητούν μόνο στο χωριό Καλεσμένο αλλά και σε πολλά άλλα της Ευρυτανίας και σε ορισμένα έχουν αρχίσει να φτιάχνουν μούρο από τα μούρα των παλαιών δέντρων αλλά όπως λένε εκεί πάνω, κανένας δεν μπορεί να φτάσει σε ποιότητα και γεύση το μούρο από το Καλεσμένο και το Παπαρούσι!!!

 ΜΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΥΡΟ ΣΤΟ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟ
Από τα μεγαλύτερα κατά το παρελθόν χωριά της Ευρυτανίας το Καλεσμένο δεν μετράει σήμερα παρά λίγους ανθρώπους και μόνο λίγοι από αυτούς ασχολούνται με τις μουριές και το μούρο.
Για να προβάλλουν το ιδιαίτερο αυτό προϊόν της Ευρυτανίας και με πρωτοβουλία του δημοτικού διαμερίσματος Καλεσμένου του Δήμου Καρπενησίου, Καλεσμένο σε συνεργασία με τον Σύλλογο των Απανταχού Παπαρουσιωτών και στα πλαίσια των Εορτών Δάσους που γίνονται κάθε χρόνο στην Ευρυτανία,  διοργανώνεται το βράδυ του Σαββάτου  28 Ιουλίου στην κεντρική πλατεία του χωριού η πρώτη «Γιορτή Μούρου». Η γιορτή θα περιλαμβάνει ομιλίες και ανακοινώσεις για το μούρο, προβολή των ιδιαίτερων στοιχείων της περιοχής, γνωριμία με μουροπαραγωγούς, δοκιμή μούρου και φυσικά γλέντι με τους μουσικούς Κωνσταντίνο Ζαγγά, Σωτήρ Βλέντζα και Χρήστο Στεγίου, χορό από το Πολιτιστικό Συγκρότημα του Δήμου Καρπενησίου. Για περισσότερες πληροφορίες Αμαλία Παπαγεωργίου, τηλ. 6947819478.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το αφιέρωμα για το μούρο του Καλεσμένου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της εφημερίδας "Έθνος" στις 25 Ιουλίου 2012 και ήταν η δική μου μικρή συμβολή στην προσπάθεια να προβληθεί αυτό το εξαιρετικό προϊόν της Ευρυτανίας, να αναπτυχθεί περισσότερο η καλλιέργεια της μαύρης μουριάς και να αποτελέσει αυτό στοιχείο οικονομικής ανάπτυξης για την περιοχή.

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ΔΟΛΙΑΝΑ


Κάτω από την προτομή του μάρτυρα της Εθνικής Αντίστασης παπα Βαστάκη, γίνεται το τρισάγιο για τους παρόντες και το μνημόσυνο για απόντες στον ουρανό Δολιανίτες.

Μπορεί το χωριό τους, η Στουρνάρα ή Δολιανά της Καλιακούδας να έχει σβήσει εδώ και αρκετά χρόνια από τον χάρτη των ευρυτανικών κοινοτήτων, ζει ακόμα στην καρδιά τους και με κάθε ευκαιρία οι κάτοικοι του από όλα τα μέρη της γης το τιμούν, το ζωντανεύουν και μια ημέρα του χρόνου το γιορτάζουν υποδειγματικά.


Ζήτημα ισοροπίας πάνω από τον αθεάτο Κρικελοπόταμο. Τα Δολιανά σε πρώτο πλάνο χαμηλά στη φωτογραφία και η Ρωσκά απέναντι, στην πλαγιά του φοβερού όρους.

Πρόκειται όπως αναφέρθηκε για το χωριό Δολιανά ή Στουρνάρα της Καλιακούδας που ανήκε μέχριπρόπερσι στο Δήμο Δομνίστας και τώρα αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Καρπενησιού, στο οποίο  ανήμερα του Προφήτη Ηλία οι καταγόμενοι απ’ αυτό κάνουν κάθε χρόνο το αντάμωμά τους κάτω από τα θεριωμένα πουρνάρια της μικρής πλατείας μπροστά από το κλειστό σχολείο αλλά με ορθάνοιχτη την πόρτα του Αι – Θανάση, της μικρής τους μητρόπολης όπου και οι περισσότεροι της μέσης ηλικίας έχουν βαπτιστεί. Φυσικά και ο άγιος των ελληνικών βουνών έχει το δικό του καθίδρυμα, στη ράχη ανάμεσα Δολιανών και Κοντίβας αλλά όπως καταλαβαίνουμε είναι αδύνατον πλέον να περπατήσει ως εκεί το ο κόσμος και να γίνει πανηγύρι λόγω των δυσκολιών που παρουσιάζει η πρόσβαση. Γι’ αυτό και οι ευλαβείς Δολιανίτες μετέφεραν το πανηγύρι στη κέντρο του χωριού και έχουν αναγάγει αυτό σε αντάμωμα όλων των συγχωριανών και των φίλων των Δολιανών που όπως είδα από πέρσι μέχρι φέτος πολλαπλασιάζονται συνεχώς.

Φυσικά και ψυχή του πανηγυριού είναι οι Δολιανίτες της Αμερικής, και τα μέλη του Συλλόγου τους στην Ελλάδα χάρη στους οποίους κινείται το πανηγύρι αλλά και οι ντόπιοι, οι περισσότεροι από τους οποίους κατοικούν στα χωριά της Ποταμιάς,  δεν πάνε πίσω. Μπορεί βέβαια στα ερημωμένα Δολιανά να κατοικεί μόνιμα όλο το χρόνο ένας άνθρωπος, ο δραστήριος σε όλα του Νίκος Μουτογιάννης, αλλ’ αυτός ο άνθρωπος, χάρη στις ποικίλες δραστηριότητές αποτελεί πόλο ενδιαφέροντος και πολλοί είναι εκείνοι οι συμπολίτες μας που παρά τις δυσκολίες του δρόμου ανεβαίνουν συχνά στο χωριό να τον δούνε και να του κάνουν παρέα. Αυτός μαζί με λίγους άλλους Δολιανίτες προετοίμασαν τα πάντα για το πανηγύρι και φυσικά πρωτοστατούν σε όλα όσα χρειάζονταν να γίνουν.

Όσοι βέβαια είχαμε την χαρά να βρεθούμε στο αντάμωμα των Δολιανιτών το 2009 από την προηγουμένη ημέρα, ζήσαμε μια τρυφερή νύχτα με τους Δολιανίτες που μαζεύτηκαν στην πλατεία και έφαγαν όλοι σε κοινό τραπέζι ενώ κατόπιν ακολούθησαν κουβέντες και τραγούδια μέχρι αργά τη νύχτα. Την επομένη το πρωί ήρθε ο παπα Νίκος Αζακάς και έκανε τη λειτουργία στην όμορφη εκκλησία και μετά το πέρας και της αρτοκλασίας, όλοι στρώθηκαν στα τραπέζια που γέμισαν από ωραίο ψητό κρέας και άλλες νοστιμιές που είχαν ετοιμάσει από την προηγούμενη οι διοργανωτές κάτω από τη γενική φροντίδα του Χρήστου Βαστάκη .

Το αντάμωμα ξεκίνησε με το καλοσώρισμα του Παντελή Βαστάκη προς όλους τους παρευρισκόμενους, ακολούθησαν οι σύντομες ομιλίες από τους επισήμους και κατόπιν ο Παντελής άρχισε να ανακοινώνει τα χαιρετίσματα των ομογενών από όλο τον κόσμο που δεν μπόρεσαν φέτος να παραβρεθούν στο αντάμωμα και τα οποία συνοδεύονταν και με ένα σεβαστό ποσό προς την πατρίδα και κεράσματα σε όλο το πανηγύρι. Τα κεράσματα αυτά ανεξαρτήτως ποσού αποτελούν και το ιδιαίτερο στοιχείο του πανηγυριού των Δολιανών καθώς εκφράζουν ακριβώς τη νοσταλγία των ξενιτεμένων κι έτσι τους δίνεται η ευκαιρία να βρεθούν νοερά έστω δίπλα στους συγχωριανούς τους και να γιορτάσουν μαζί τους. Κατά μια μέτρια εκτίμηση, οι χορηγίες και τα κεράσματα νομίζω πως υπερκάλυψαν τα έξοδα του πανηγυριού και περίσσεψαν για ορισμένα έργα τα οποία γίνονται στο χωριό. Σημειώνεται επίσης πως φέτος δυναμική ήταν η παρουσία Δολιανιτών από την μακρινή Αυστραλία οι οποίοι και χάρηκαν περισσότερο απ’ όλους το πανηγύρι του χωριού τους.

Μετά από τα απαραίτητα αυτά διαδικαστικά άρχισαν τα όργανα, (Κώστας και Ηλίας Καλαμίδας, Σεραφείμ Μπακούσης και Μάκης Αναγνώστου)  τα οποία ακολούθησαν ένα ωραίο παραδοσιακό πρόγραμμα που άρεσε σε όλους και όλοι χόρεψαν με την ψυχή τους ως αργά το απόγευμα. Σημειώνουμε πως όπως συνηθίζεται από τα παλιά χρόνια, το χορό άνοιξαν λεβέντικα ο παπα Μυζήθρας από τη Ρωσκά με τον παπα Νίκο Αζακά και τους επισήμους ενώ σύντομα όλοι σηκώθηκαν και χόρεψαν με την ψυχή τους.



Το πριν και το μετά στη μαστοριά του παραδοσιακού κοκορετσιού.